Οστεοπόρωση στη γυναίκα

Τι είναι η οστεοπόρωση;
Οστεοπόρωση ονομάζεται η νόσος που χαρακτηρίζεται από χαμηλή οστική μάζα και διαταραχή της μικροαρχιτεκτονικής του οστού με αποτέλεσμα αυξημένη ευθραυστότητα των οστών και αυξημένο κίνδυνο κατάγματος.

Ποιοι είναι οι παράγοντες κινδύνου για οστεοπόρωση;
Η λευκή φυλή είναι γονιδιακά προδιατεθιμένη σε οστεοπόρωση. Όσο πιο νωρίς επέλθει η εμμηνόπαυση, τόσο μεγαλύτερος ο κίνδυνος οστεοπόρωσης. Παράλληλα, η διατροφή πτωχή σε ασβέστιο, το κάπνισμα, καθώς και η υπερκατανάλωση καφεΐνης και οινοπνεύματος αυξάνουν τον κίνδυνο οστεοπόρωσης. Άλλοι συχνοί παράγοντες είναι η καθιστική ζωή και το χαμηλό σωματικό βάρος. Η μακροχρόνια λήψη φαρμάκων (κορτικοστεροειδή, θυροξίνη, αντιεπιληπτικά κ.α.) όπως και διάφορα νοσήματα (ρευματοειδής αρθρίτιδα, υπερθυρεοειδισμός, νεοπλάσματα, υπερπρολακτιναιμία κ.α.) μπορούν επίσης να προκαλέσουν οστεοπόρωση.

Πώς εκδηλώνεται η οστεοπόρωση;
Η οστεοπόρωση αποτελεί μια αρχική νόσο, η οποία στα μεταγενέστερα στάδια, μπορεί να εξελιχθεί σε μια επώδυνη και παραμορφωτική διεργασία με εμφάνιση  καταγμάτων, έντονη ραχιαλγία και προοδευτική απώλεια αναστήματος που συνοδεύεται από κύφωση. Παρουσιάζονται χαρακτηριστικά συμπιεστικά σπονδυλικά κατάγματα, κατάγματα της κεφαλής του μηριαίου οστού, καθώς και του περιφερικού άκρου της κερκίδας, οδηγώντας σε αναπηρία και δυσμορφία με αποτέλεσμα τη μείωση της ποιότητας ζωής του ασθενούς.

Πώς γίνεται η διάγνωση της οστεοπόρωσης;
Συνήθης μέθοδος για τη διάγνωση της οστεοπόρωσης είναι η μέτρηση της οστικής πυκνότητας με την ακτινολογική μέθοδο DEXA. Η μέτρηση γίνεται κυρίως σε δύο σημεία, συγκεκριμένα στο ισχίο και στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης. Σύμφωνα με τις οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO), στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες γίνεται αξιολόγηση του δείκτη Τ-Score. Tιμές Τ-Score μεγαλύτερες από -1 είναι συμβατές με φυσιολογική οστική πυκνότητα. Τιμές από -1 έως -2,5 είναι συμβατές με χαμηλή οστική πυκνότητα (οστεοπενία) και τιμές μικρότερες από -2,5 θέτουν τη διάγνωση της οστεοπόρωσης. Επιπρόσθετα, η ύπαρξη ενός ή περισσότερων οστεοπορωτικών καταγμάτων σε συνδυασμό με T–score χαμηλότερο από -2,5 δηλώνουν εγκατεστημένη οστεοπόρωση. Στην οστική πυκνότητα ανδρών και προεμμηνοπαυσιακών γυναικών γίνεται αξιολόγηση του δείκτη Z–Score.

Πώς θα προστατευτείτε από την οστεοπόρωση;
Σημαντικότερο βήμα στην αντιμετώπιση της οστεοπόρωσης είναι η πρόληψη. Οι γυναίκες στην εμμηνόπαυση λόγω του αυξημένου ρυθμού οστικής απώλειας οφείλουν να υιοθετήσουν καλύτερες υγιεινοδιαιτητικές συνήθειες. Απαραίτητη θεωρείται η αυξημένη πρόσληψη γαλακτοκομικών προϊόντων σε καθημερινή βάση, καθώς και η συμπληρωματική χορήγηση ασβεστίου, ώστε η ημερήσια πρόσληψη να πλησιάζει τα 1500mg ασβεστίου. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι:
  • 1 ποτήρι γάλα περιέχει 300mg
  • 1 γιαούρτι περιέχει 300mg
  • 100γρ. άσπρο τυρί περιέχει 500mg
  • 100γρ. κίτρινο τυρί περιέχει 800mg

Παράλληλα, η έκθεση στον ήλιο, αλλά και η συμπληρωματική χορήγηση βιταμίνης D βοηθά στην καλύτερη απορρόφηση του ασβεστίου από τον οργανισμό. Επίσης συνιστάται η διακοπή του καπνίσματος, ο περιορισμός των οινοπνευματωδών ποτών και των ζωικών πρωτεϊνών. Ουσιαστικά, βοηθά η κινητοποίηση της ασθενούς και η έναρξη σωματικής δραστηριότητας, τέτοιας ώστε να ασκείται φόρτιση πάνω στα οστά. Ενδείκνυνται το περπάτημα, το ανέβασμα σκάλας, το τένις, το τρέξιμο, ο χορός και οι αεροβικές ασκήσεις τρεις φορές την εβδομάδα για 20-30 λεπτά.

Σε περιπτώσεις αυξημένου κινδύνου και με βάση την κρίση του γιατρού μπορεί να είναι απαραίτητη η έναρξη φαρμακευτικής αγωγής. Τα συνήθη σκευάσματα χωρίζονται σε 2 κατηγορίες:
Α) Φάρμακα που μειώνουν την οστική απορρόφηση: Διφωσφονικά, εκλεκτικοί τροποποιητές των οιστρογονικών υποδοχέων (SERMS), ρανελικό στρόντιο, ορμονική θεραπεία και denosumab
Β) Φάρμακα που επάγουν την οστική σύνθεση: Παραθορμόνη και ρανελικό στρόντιο
Αξίζει να σημειωθεί  ότι το σημαντικότερο βήμα στην αντιμετώπιση της οστεοπόρωσης είναι η έγκαιρη διάγνωση και πρόληψη της. Εφ΄ όσον η ασθενής έχει υποστεί ήδη κάταγμα, η πιθανότητα να υποστεί και επόμενο είναι σημαντικά αυξημένη. Στην περίπτωση αυτή η χορήγηση φαρμακευτικής  θεραπείας περιορίζεται στην σταθεροποίηση της νόσου και όχι στην αντιμετώπιση της ασθένειας καθώς η βλάβη της ποιότητας του οστού είναι σημαντική και μη αναστρέψιμη.