Καρκίνος της μήτρας ή του ενδομητρίου

Με τον όρο "καρκίνος της μήτρας" περιγράφουμε την παθολογική εκείνη κατάσταση, κατά την οποία τα κύτταρα του ενδομητρίου γίνονται κακοήθη (καρκινικά) και πολλαπλασιάζονται ανεξέλεγκτα, σχηματίζοντας όγκο. Διάφοροι τύποι καρκίνου μπορούν να αναπτυχθούν στη μήτρα. Ο πλέον συνήθης τύπος ονομάζεται αδενοκαρκίνωμα. Οι άλλοι τύποι καρκίνου της μήτρας εμφανίζονται με πολύ μικρότερη συχνότητα. Ωστόσο, ορισμένα είδη καρκίνου της μήτρας είναι πιο επιθετικά και μπορούν να εξαπλωθούν ταχύτερα, εάν η ασθενής δε λάβει την κατάλληλη θεραπεία.

Αν και ο καρκίνος του σώματος της μήτρας είναι ο τέταρτος, κατά σειρά, πιο συνήθης καρκίνος μεταξύ των γυναικών, εντούτοις υπάρχει άγνοια σχετικά με αυτήν τη νόσο. Περίπου το 70% των περιπτώσεων καρκινώματος του ενδομητρίου εμφανίζεται στις γυναίκες που έχουν ηλικία μεγαλύτερη των 50 χρόνων. 

Πού οφείλεται το καρκίνωμα του ενδομητρίου;
Αν και ο κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου του ενδομητρίου αυξάνει όσο προχωράει η ηλικία, εντούτοις η πραγματική αιτία που οδηγεί στην ανάπτυξη του καρκινώματος στο ενδομήτριο είναι άγνωστη. Ωστόσο, βασικοί παράγοντες που προδιαθέτουν στην καρκινογένεση του ενδομητρίου συνδέονται με την αυξημένη και μονομερή οιστρογονική επίδραση στο ενδομήτριο. Έτσι, αυξημένος κίνδυνος παρατηρείται σε γυναίκες: παχύσαρκες, που πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη, με υπέρταση, με καθυστερημένη εμμηνόπαυση, που κάνουν χρήση οιστρογόνων, που λαμβάνουν θεραπεία με ταμοξιφένη (φάρμακο που χρησιμοποιείται στον καρκίνο του μαστού), με θετικό οικογενειακό ιστορικό (οικογενής γενετική προδιάθεση), ή τέλος που έχουν το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών.

Πρόληψη
Η εγκυμοσύνη και η μακροχρόνια χρήση αντισυλληπτικών δισκίων ελαττώνει τον κίνδυνο ανάπτυξης της νόσου. Επίσης, κάθε γυναίκα που βρίσκεται γύρω από την εμμηνόπαυση ή στην μετεμμηνοπαυσιακή ηλικία και της παρουσιάζονται διαταραχές στην περίοδο του τύπου μηνορραγιών ή μητρορραγιών (μεγάλη διάρκεια της περιόδου, αύξηση της ποσότητας του αίματος και συχνότερη εμφάνιση της περιόδου σε σχέση με πριν) οφείλει να συμβουλευτεί τον γυναικολόγο της.

Πώς εκδηλώνεται η νόσος (συμπτώματα);
Η αιμορραγία στην εμμηνόπαυση πρέπει να θεωρείται ως κλινική εκδήλωση καρκίνου, μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο. Επίσης, η εμφάνιση ανώμαλης αιμορραγίας ή υπερέκκρισης κολπικών υγρών, είτε με αίμα, είτε δύσοσμα (χρώματος καφέ, μπεζ, έντονο κίτρινο), θα πρέπει πάντα να ελέγχονται, ώστε να αποκλεισθεί η κακοήθεια. Άλλα πιθανά συμπτώματα είναι: κοιλιακό άλγος, ξαφνική και γρήγορη διόγκωση της κοιλιακής χώρας, θρομβώσεις, απώλεια σωματικού βάρους (καχεξία), αδυναμία-καταβολή δυνάμεων.

Πώς γίνεται η διάγνωση της νόσου (εξετάσεις);
Το λεπτομερές ιστορικό και η κλινική εξέταση, με διακολπικό υπερηχογράφημα των έσω γεννητικών οργάνων, καθοδηγούν σε μεγάλο βαθμό τις περαιτέρω κινήσεις για την τελική διάγνωση της νόσου. Βασικό όπλο σε αυτήν την κατεύθυνση είναι η βιοψία του ενδομητρίου (με ενδομήτρια αναρρόφηση ή με διαγνωστική απόξεση ή με υστεροσκόπηση). Επίσης, είναι σηματικό να αναφέρουμε ότι ο έλεγχος μόνο με τεστ Παπανικολάου (pap test) δε διαγιγνώσκει τον ενδομήτριο καρκίνο. Από τη στιγμή της διάγνωσης του καρκίνου της μήτρας, είναι αναγκαίος ο πλήρης απεικονιστικός έλεγχος μέσω αξονικής ή μαγνητικής τομογραφίας για τον αποκλεισμό μεταστάσεων σε άλλα όργανα.

Υπάρχει θεραπεία (μέθοδοι αντιμετώπισης);
Όπως και με τα περισσότερα είδη καρκίνου, η πρόγνωση της νόσου ποικίλει ευρέως και, αν η διάγνωση γίνει χωρίς καθυστέρηση, τα ποσοστά ίασης είναι υψηλά. Οι σύγχρονες θεραπείες κάνουν την παρατεταμένη επιβίωση και την ανάρρωση όχι μόνο πιθανές αλλά και δυνατές.

Αν και η θεραπεία αποφασίζεται βάσει του σταδίου, στο οποίο βρίσκεται ο όγκος, εντούτοις η επιλογή της καλύτερης θεραπευτικής αγωγής παραμένει μέχρι και σήμερα αμφιλεγόμενη, ακόμη και για το στάδιο Ι. 

Στις περιπτώσεις που ο όγκος βρίσκεται στο στάδιο Ι και ιστολογικά είναι χαμηλού κινδύνου, η θεραπεία είναι κατά βάση η χειρουργική αφαίρεση του όγκου, είτε με ανοιχτή τομή (λαπαροτομία), είτε με λαπαροσκοπική ή ρομποτικά υποβοηθούμενη λαπαροσκοπική επέμβαση, και αφορά στην ολική αφαίρεση της μήτρας με τα εξαρτήματά της (σάλπιγγες και ωοθήκες). Στις περιπτώσεις υψηλού κινδύνου, συνιστάται εξατομίκευση της θεραπείας, η οποία εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως είναι η ιστολογική εικόνα του καρκίνου, το βάθος της διείσδυσης στο μυομήτριο, η ηλικία της ασθενούς καθώς και η γενική κατάσταση και το ιατρικό ιστορικό της. Έτσι, στις περιπτώσεις που ο καρκίνος είναι υψηλού κινδύνου, υπάρχει δυνατότητα για πιο εκτεταμένη χειρουργική επέμβαση με αφαίρεση πυελικών και παρααορτικών λεμφαδένων, προκειμένου να προσδιοριστεί με απόλυτη ακρίβεια το στάδιο του καρκινώματος. Σε ορισμένες περιπτώσεις, για να επιτευχθεί  ίαση, είναι απαραίτητο να χορηγηθεί ακτινοβολία, είτε εξωτερική (τηλεακτινοβολία), είτε ενδοκοιλοτική (βραχυθεραπεία), ή χημειοθεραπεία ή συνδυασμός τους. Οι πιθανότητες ίασης ενισχύονται σημαντικά, όταν η πλήρης χειρουργική αφαίρεση του όγκου προηγείται της ακτινοθεραπείας και χημειοθεραπείας. Επίσης, για την αντιμετώπιση του καρκινώματος μπορούν να δοθούν και ορμονικά σκευάσματα (προγεσταγόνα), ανάλογα με τους ορμονικούς υποδοχείς του όγκου. 
Σε μερικές περιπτώσεις, στις οποίες ο όγκος εμφανίζει διασπορά σε απομακρυσμένες θέσεις, η ίαση δυστυχώς δεν είναι εφικτή και η αντιμετώπιση του καρκίνου είναι συνήθως παρηγορητική και συμπτωματική, αποσκοπώντας στην ανακούφιση της ασθενούς από τα συμπτώματα.